Οι Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι (ΚΑΠ) παρουσιάζονται από τις κυβερνήσεις –ανεξαρτήτως πολιτικού προσανατολισμού– ως η «στήριξη του κράτους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση». Ως είδος θεσμικής αλληλεγγύης.
Στην πραγματικότητα όμως, οι ΚΑΠ δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ελάχιστη υποχρέωση της κεντρικής διοίκησης να δώσει πίσω στους δήμους ένα μέρος από αυτά που οι πολίτες της χώρας πληρώνουν κάθε χρόνο με τη μορφή φόρων.
Δεν πρόκειται για χάρη ή εύνοια. Πρόκειται για συνταγματική υποχρέωση.
Όταν θεσπίστηκαν οι ΚΑΠ (στη δεκαετία του ’80), σκοπός ήταν να έχουν οι δήμοι σταθερούς, προβλέψιμους και εγγυημένους πόρους, για να μπορούν να επιτελούν το έργο τους χωρίς να εξαρτώνται από υπουργικά τηλέφωνα, πολιτικές διασυνδέσεις ή προσωπικές «σχέσεις». Οι ΚΑΠ θα συνδέονταν με συγκεκριμένα ποσοστά κρατικών εσόδων, π.χ. φόρος εισοδήματος, ΦΠΑ, τέλη κυκλοφορίας κ.ά.
Όμως, αυτό το θεσμικό πλαίσιο διαλύθηκε σιγά σιγά. Πρώτα με την κρίση και τα μνημόνια, έπειτα με την «κανονικότητα» μετά τα μνημόνια, που ήρθε για να παγιώσει την υποχρηματοδότηση. Σήμερα, οι ΚΑΠ είναι μια επιχορήγηση που κάθε χρόνο δίνεται «κατ’ εκτίμηση» και όπως βολεύει τον κρατικό προϋπολογισμό.
Η υποκρισία είναι διπλή:
- Από τη μια, το κράτος συνεχίζει να μεταφέρει αρμοδιότητες στους δήμους (π.χ. παιδικοί σταθμοί, κοινωνικές δομές, πολιτική προστασία, φροντίδα ζώων συντροφιάς κλπ)
- Από την άλλη, δεν μεταφέρει τους αντίστοιχους πόρους. Οι δήμοι καλούνται να κάνουν περισσότερα, με λιγότερα. Και έτσι ωθούνται πιεστικά στην τιμολόγηση των υπηρεσιών τους προς τους δημότες.
Το 2024, το σύνολο των ΚΑΠ για τους δήμους κυμάνθηκε γύρω στα 2,3 δισ. ευρώ. Με μια πρώτη ματιά φαίνεται βελτιωμένο σε σχέση με τα προηγούμενα μνημονιακά χρόνια. Αν όμως συγκριθεί με τις ανάγκες που έχουν σήμερα οι δήμοι, με το αυξημένο κόστος ενέργειας, τις φυσικές καταστροφές, τις ανάγκες της πολιτικής προστασίας, τις κοινωνικές κρίσεις κλπ, το ποσό είναι ανεπαρκές και προσβλητικό.
Και φυσικά, κανένας αυτόματος μηχανισμός κατανομής δεν λειτουργεί όπως προβλεπόταν. Τα χρήματα κατανέμονται κάθε χρόνο με πολιτικά κριτήρια, χωρίς σταθερούς συντελεστές. Ό,τι κερδίζει κάποιος δήμος, το κερδίζει αν είναι «βολικός», «φιλικός», «ουδέτερος» ή… απλώς πρόθυμος να μη φωνάξει.
Η κατάσταση έχει φέρει τους δήμους στη θέση να λειτουργούν όχι σαν αυτοδιοίκηση, αλλά σαν τοπικά παραρτήματα του κεντρικού κράτους. Με ελάχιστη αυτονομία και ακόμη λιγότερη φωνή. Οι δήμοι εξαρτώνται από τις ορέξεις της κυβέρνησης και από τις συνθήκες κάθε χρονιάς. Δεν μπορούν να προγραμματίσουν, να σχεδιάσουν ή να δημιουργήσουν, παρά μόνο να διαχειριστούν τη μιζέρια.
Αυτό ήταν το όραμα της κυβέρνησης για την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Να γυρνάει ο κάθε δήμαρχος με το χέρι απλωμένο κάθε Νοέμβρη στο Υπουργείο Εσωτερικών και να φιλάει το χέρι του υπουργού για τη φιλευσπλαχνία του
Τι πρέπει να αλλάξει τώρα
- Καθιέρωση σαφούς και μόνιμου τύπου υπολογισμού των ΚΑΠ, με βάση τον πληθυσμό, την έκταση, την ορεινότητα/νησιωτικότητα, τις ανάγκες και τις αρμοδιότητες κάθε δήμου.
- Ανεξαρτησία από πολιτικές αποφάσεις, με διαφάνεια και λογοδοσία.
- Αύξηση του συνολικού ποσού, με στόχο την πραγματική οικονομική αυτοτέλεια των ΟΤΑ.
Αλλιώς να μην αποκαλούνται πλέον Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι, αλλά ίσως Κεντρικοί Ανεπαρκείς Πόροι.
Κώστας Αποστολίδης