Τα ίδια βήματα έχουν επαναληφθεί πολλές φορές μέσα στα χρόνια. Τις περισσότερες για λόγους πρακτικούς, για να εξοικονομήσουν χρόνο, για να μειώσουν την κούραση της μέρας. Κάποιες άλλες έγιναν για απλή ευχαρίστηση. Και αρκετές για να διατηρηθεί μια χαραμάδα ομαλότητας, απλής καθημερινότητας σε μια φοβική και φοβισμένη πραγματικότητα.
Τα βήματα δεν είναι ποτέ ίδια· δεν είναι ίδια τα πόδια, δεν είναι ίδιο το χώμα, οι ρίζες, οι θάμνοι, τα φύλλα, ο αέρας, ο ήλιος, τα σύννεφα, ο ουρανός, η παρέα, οι σκέψεις. Πόσες παραλλαγές, πόσες εικόνες, μυρωδιές, ήχοι, συναισθήματα.
Το λίγο βρεγμένο χώμα σού δίνει σιγουριά, πατάς στέρεα, δεν σε παρασέρνει η ξερή σκόνη. Και τότε σου παρουσιάζεται κι ο κόσμος πιο γεμάτος. Οι μικρές δροσοσταλίδες πάνω στα φύλλα, τα καθαρά χρώματα του πράσινου και των λουλουδιών, το σκούρο καφέ, σχεδόν μαύρο των κορμών, το ορμητικό νερό, ο πυθμένας που χάνεται κελαρυστά και παρασέρνει βεβαιότητες. Η γυαλάδα, που μπορεί να γλιστρήσεις πάνω της, ή μόνο να ακουμπήσεις το βλέμμα σου για λίγο και να θαυμάσεις.
Κι ύστερα οι μετέωροι ήχοι. Τα πουλιά, πιο διστακτικά ίσως με την υγρασία στο φτέρωμά τους, το νερό που τρέχει, το βάρος και το βάθος της πατημασιάς, οι σταγόνες που βρίσκουν το τέλος τους πέφτοντας, αλλά και η μαλακή μάζα της φύσης, που απορροφά τους ήχους του δρόμου. Και για λίγες στιγμές η σιωπή, μεστή, φιλική, ηρεμιστική, απροσποίητη.
Η μικρή αυτή πορεία, από τη λεωφόρο μέχρι το σπίτι, έχει μια διάρκεια απροσδιόριστη. Άλλοτε σε πηγαίνει, κάποτε την πηγαίνεις. Ανεβαίνεις, και βλέπεις, παρατηρείς. Ακούς. Μυρίζεις. Το βήμα επιτρέπεται να γίνει και λίγο αβέβαια. Κουραστικό ίσως, αλλά σύντομα τελειώνει. Ίσα που προλαβαίνεις να περάσεις από τη μια κατάσταση στην άλλη. Από τη γαλήνη στους σκληρούς όγκους και τις μεγάλες ταχύτητες.
Κατεβαίνεις, και η διαδρομή αλλάζει. Τώρα το βήμα πρέπει να είναι σίγουρο, σταθερό, δοκιμάζει χωρίς να ρισκάρει. Δεν είναι μόνο η κατηφόρα. Είναι και τα χρόνια. Σου απασχολούν τόσο τη σκέψη, ώστε ξεχνάς να προσέξεις τα γύρω σου. Όμως, ό,τι βρεθεί κοντά στο πόδι που ψάχνει να σταθεί μπαίνει στην εικόνα. Χαμηλά φυτά, ταπεινά και πανέμορφα, ξυλαράκια εύθραυστα, σαν στρεβλά δαχτυλάκια, ή ευθύγραμμα, σαν κορμοί που δεν έγιναν. Πευκοβελόνες πολλές. Η πέτρα. Σε κάνει να σκεφτείς: πέρασε άραγε ποτέ κάποιος εργάτης από δω ροβολώντας από το λατόμι; Ή σέρνοντας το μάρμαρο; Ή κλέβοντας λίγη ανάπαυλα; Μια παύση στον μόχθο του;
Στο τέλος, η δρασκελιά πάνω από το νερό που σε περνάει απέναντι. Μετά, θα σκύψεις λίγο κάτω απ’ τη βελανιδιά· παιδί τη θυμάσαι χαμηλή, στο ύψος σου, με τα βελανίδια να τα ξέρεις μόνο από τα καρτούν. Από τότε η ομορφιά, χάρη σ’ αυτά τα μέρη, μπολίκεψε μέσα σου. Τώρα η βελανιδιά γέρνει ψηλή να συναντήσει την απέναντι κλάρα. Καθώς προχωράς, σκέφτεσαι πάλι: γιατί έπρεπε να κοπούν όλα γύρω; Εντολή. Για να μην καούμε.
Κάθε, μα κάθε φορά από το τελευταίο καλοκαίρι και πέρα, δεν μπορείς να μην αναρωτηθείς όσο κάνεις με επιμέλεια τη διαδρομή σου: το σώμα κι ο νους που έδωσαν την εντολή της κοπής/καταστροφής έχουν διανύσει πότε τη διαδρομή; Έχουν την άγρια μνήμη του εγκλεισμού, που έγινε βιωτός επειδή υπήρξε τούτη η διαδρομή να διανυθεί; Αφέθηκαν ποτέ στην ευλογία της; Μοιράστηκαν με άλλα σώματα και άλλες ψυχές τη χαρά, το γέλιο, τη βόλτα, τις αισθήσεις και τα αισθήματα;
Πουλάκια, μικρά φυλλαράκια και λουλούδια στο χώμα, θάμνοι μικροί και μεγάλοι, δέντρα ψηλά και πανύψηλα, νερό που φοβάμαι μη σε πω νεράκι, κρατήστε! Κρατήστε όσο μπορείτε! Τα πριόνια, οι οδοστρωτήρες, τα τσιμέντα έχουν ήδη βγει. Κρατήστε γερά! Μπροστά στο δικό τους τίποτα είστε ό,τι μας μένει για ν’ αντέξουμε.
Β.Κ.