Η πόλη μου είναι οι διαδρομές που κάνω κάθε μέρα. Τα σημεία που συναντιέμαι με φίλους, τα μαγαζιά των οποίων τους ιδιοκτήτες ξέρω με το μικρό τους όνομα, οι σκιές των δέντρων στις πλατείες, οι φωνές των παιδιών στο πάρκο. Είναι τα κτίρια και οι δρόμοι, είναι όλα όσα γεμίζουν αυτό τον χώρο με ζωή.
Κι όμως, όσο περνούν τα χρόνια, νιώθω ότι αυτή η ζωή μικραίνει, περιορίζεται, στριμώχνεται. Σαν κάποιος άλλος να αποφασίζει για λογαριασμό μας πώς θα ζούμε. Σαν να χάνουμε λίγο λίγο το δικαίωμα στην ίδια μας την πόλη.
Σκέφτομαι πώς έχουν αλλάξει τα πράγματα. Λες και η πόλη σχεδιάστηκε για μια κατηγορία ανθρώπων – για οικογένειες με αυτοκίνητα, με σταθερά εισοδήματα, που μπορούν να ανταποκριθούν στις τιμές και στις ελλείψεις. Κανείς δεν σκέφτηκε ότι οι νέοι, οι χαμηλόμισθοι, οι μοναχικοί άνθρωποι, οι ηλικιωμένοι χρειάζονται και δικαιούνται κι αυτοί μια θέση σ’ αυτή την πόλη. Κανείς δεν σκέφτηκε ότι το να χτίζεις χωρίς μέσα μαζικής μεταφοράς, χωρίς πλατείες και δημόσιους χώρους σημαίνει ότι αναγκάζεις τον κόσμο να απομονωθεί ή να φύγει.
Με θυμώνει που οι ελεύθεροι χώροι λιγοστεύουν, για να μπορούν κάποιοι να κάνουν δουλειές και να βγάζουν λεφτά. Όπως ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία με το υπόγειο πάρκινγκ στη Νέα Πεντέλη. Ποιος το ήθελε στ’ αλήθεια; Ποιος το αποφάσισε; Η απάντηση είναι σχεδόν πάντα: «κάποιοι άλλοι». Αυτοί οι «κάποιοι άλλοι» που παίρνουν αποφάσεις πίσω από κλειστές πόρτες, χωρίς καμία διαβούλευση. Και μετά έρχεται ο λογαριασμός. Για τον δημόσιο χώρο που χάνεται, και τη ζωή που στενεύει.
Δεν γίνεται όμως να μην μπορείς να ζεις στον τόπο σου. Χωρίς να σε διώχνουν τα αυξημένα νοίκια. Πρέπει να μπορείς να περπατάς και να νιώθεις ότι ο χώρος γύρω σου σου ανήκει. Να μπορείς να πας στην πλατεία, έτσι, για να αράξεις. Χωρίς να χρειάζεται να πληρώσεις γι’ αυτό. Να συμμετέχεις στις αποφάσεις. Να ερωτηθείς, να ακουστείς, να συνδιαμορφώσεις. Όλα αυτά είναι βασικά για να νιώθεις ότι αυτή είναι πράγματι η πόλη σου.
Και πώς αλλάζει αυτό; Με το να μη μένουμε σιωπηλοί. Με το να μπαίνουμε σε συλλογικότητες, να συμμετέχουμε στις τοπικές πρωτοβουλίες, να φωνάζουμε όταν κάτι δεν πάει καλά. Σε κάποιες γειτονιές, ομάδες ανθρώπων παλεύουν για πλατείες που να είναι ανοιχτές, φιλόξενες, ζωντανές. Για πάρκα φροντισμένα, παιδικές χαρές λειτουργικές και ασφαλείς και ρέματα προσβάσιμα.
Αν δεν διεκδικήσουμε την πόλη μας1[1], δεν θα μείνει τίποτα να διεκδικήσουμε. Θα την πάρουν, θα την αλλάξουν, θα τη γεμίσουν κι άλλο με τσιμέντο, αυτοκίνητα και ασχήμια. Και τότε θα είναι αργά. Μην το αφήσουμε να γίνει.
Αν δεν υπερασπιστούμε τη γειτονιά μας, δεν θα το κάνει κανείς για μας. Και σιγά σιγά, δεν θα ’ναι πια η πόλη μας. Θα ’ναι μια σκιά της. Ένα μέρος που δεν θα μας χωράει.
Κώστας Αποστολίδης
[1] «Θεωρητικά περάσματα από τα κινήματα για το “Δικαίωμα στην Πόλη” στα κινήματα κατάληψης του “Κοινού Χώρου”: παγκόσμια παραδείγματα και η περίπτωση της Ελλάδας την εποχή της κρίσης», Χαράλαμπος Τσαβδάρογλου, διδάκτωρ του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ΑΠΘ. «…Η αστική αναδιάρθρωση, η έλλειψη στέγης, η κερδοσκοπία επί της γης, η περιβαλλοντική υποβάθμιση, οι περικοπές στις κρατικές και δημοτικές υπηρεσίες, γενικότερα οι νεοφιλελεύθερες πολεοδομικές πολιτικές, οι οποίες άρχισαν να εφαρμόζονται από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 θα πυροδοτήσουν ένα πλήθος κινημάτων πόλης, τα οποία κληρονομώντας την παράδοση των κινημάτων των περασμένων δεκαετιών θα συγκρουστούν με τις νεοφιλελεύθερες αστικές πολιτικές και θα επιδιώξουν να επανανοηματοδοτήσουν και να αλλάξουν τις πόλεις», στο https://tinyurl.com/ywrujhd3 (τελευταία επίσκεψη Ιούνιος 2025).