ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ «ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ» ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ, ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΣΕ ΡΟΛΟ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΗ

Η δημόσια εκπαίδευση είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα και η συντήρηση των σχολικών κτηρίων αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του κράτους και των δήμων.

Παρ’ όλα αυτά, με την έναρξη της σχολικής χρονιάς, είδαμε μια συντονισμένη καμπάνια που επιχειρεί να πείσει την κοινωνία ότι οι τράπεζες είναι οι μεγάλοι «ευεργέτες» της παιδείας. Με αφορμή το πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου», όπου οι τέσσερις συστημικές τράπεζες χρηματοδότησαν με 100 εκατ. ευρώ την ανακαίνιση 430 σχολείων, η κυβέρνηση και τα ΜΜΕ παρουσιάζουν μια στρεβλή εικόνα: ότι χωρίς τις τράπεζες δεν θα υπήρχαν αξιοπρεπείς αίθουσες για τα παιδιά μας.

Οι δηλώσεις των τραπεζικών στελεχών διοίκησης είναι αποκαλυπτικές. «Η πρόοδος χτίζεται μαζί με την κοινωνία», «Σε καλύτερα σχολεία χτίζεται ένα καλύτερο αύριο», «Στηρίζουμε έμπρακτα το μέλλον της νέας γενιάς». Πρόκειται για γλώσσα διαφημιστικής καμπάνιας που αποσιωπά πλήρως ότι οι ίδιες τράπεζες βγάζουν δισεκατομμύρια κέρδη από επιτόκια, άδικες χρεώσεις, πλειστηριασμούς και χρέη νοικοκυριών, δεν δανειοδοτούν μικρομεσαίες επιχειρήσεις κλπ. Με ένα ελάχιστο ποσοστό των κερδών τους εμφανίζονται ως ευαίσθητοι «αρωγοί» της κοινωνίας, χτίζοντας θετική δημόσια εικόνα και μεταθέτοντας την ευθύνη του κράτους. Αυτό είναι το λεγόμενο εταιρικό ξέπλυμα: η χρήση της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης για να καλυφθεί ο αρνητικός κοινωνικός ρόλος τους.

Κριτική δεν ακούγεται όμως μόνο από κινήματα πόλης ή από φωνές διαμαρτυρίας. Πρόσφατα ο δήμαρχος Νεάπολης-Συκεών κατήγγειλε δημόσια ότι στελέχη τραπεζών επικοινώνησαν απευθείας με σχολεία για να «αυτοπροσκληθούν» στους αγιασμούς, ώστε να δεχτούν συγχαρητήρια για τις χορηγίες τους. Πρόκειται για πρωτόγνωρη και επικίνδυνη πρακτική, που μετατρέπει τον αγιασμό σε φιέστα προβολής των τραπεζών. Και δεν παρέλειψε να υπενθυμίσει ότι οι ίδιες τράπεζες που τώρα εμφανίζονται ως χορηγοί οφείλουν δισεκατομμύρια στο κράτος, ενώ συνεχίζουν να πιέζουν πολίτες με τοκογλυφικά επιτόκια και πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας.

Ακόμη πιο αιχμηρός ήταν ο δήμαρχος Πατρέων, που όχι μόνο χαρακτήρισε πρόκληση την τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων και πλακετών στα σχολεία με τα ονόματα των τραπεζών, αλλά προέβη ο ίδιος σε ξήλωμα των πινακίδων από σχολεία στα οποία είχαν αναρτηθεί. «Αυτοί που μας παίρνουν τα λεφτά δεν θα έρχονται σαν ευεργέτες», τόνισε. Και υπενθύμισε: ο ελληνικός λαός πλήρωσε με 50,2 δισ. ευρώ τη διάσωση των τραπεζών την προηγούμενη δεκαετία. Τα 400 εκατομμύρια του προγράμματος «Μαριέττα Γιαννάκου» είναι το 0,8% αυτού του κόστους και ένα μικρό ποσοστό των ετήσιων κερδών τους (που ήταν 4,4 δισ. το 2024, 4,7 δισ. το 2025). Με άλλα λόγια, οι τράπεζες δίνουν λίγα «ψίχουλα» για να εμφανιστούν ως σωτήρες, ενώ στην πραγματικότητα ο πραγματικός ευεργέτης αυτού του τόπου είναι ο ελληνικός λαός, που πλήρωσε την ανακεφαλαιοποίησή τους.

Η πιο ανησυχητική διάσταση είναι ο ρόλος της κυβέρνησης, που αντί να χρηματοδοτήσει απευθείας τους δήμους, όπως οφείλει, μεταφέρει την ευθύνη στις τράπεζες και μάλιστα τους εξασφαλίζει δημόσιο βήμα και ορατότητα. Στους αγιασμούς των σχολείων, δίπλα στους δασκάλους και τους μαθητές στήθηκαν κάμερες για να προβάλουν τα τραπεζικά στελέχη και τις δηλώσεις τους. Η εικόνα που μένει είναι μια «συμμαχία» κράτους-τραπεζών, όπου οι δεύτεροι παρουσιάζονται ως φιλεύσπλαχνοι εταίροι της κοινωνίας. Έτσι καλλιεργείται στη συνείδηση των πολιτών ότι χωρίς τους ιδιώτες δεν μπορεί να λειτουργήσει ούτε η δημόσια εκπαίδευση.

Η αλήθεια που πρέπει να ειπωθεί είναι όχι ότι οι τράπεζες «στηρίζουν» τα σχολεία, αλλά ότι η κοινωνία στηρίζει τις τράπεζες επί δεκαετίες, πληρώνοντας τις διασώσεις τους και την κερδοφορία τους. Δεν είναι οι τράπεζες που «βοηθούν» την κοινωνία, αλλά η κοινωνία που πρέπει να απαιτήσει πίσω όσα της ανήκουν. Η ευθύνη της συντήρησης των σχολείων είναι υποχρέωση του κράτους, όχι πεδίο διαφημιστικής εκστρατείας.

Ο μόνος πραγματικός ευεργέτης είναι ο λαός, με τη δουλειά και τους φόρους του. Και αν οι κυβερνήσεις επιμένουν να παραχωρούν τον δημόσιο χώρο και την παιδεία στις τράπεζες, τότε η απάντηση πρέπει να είναι συλλογική.

Γιατί κανένα σχολείο δεν θα έπρεπε να χρειάζεται χορηγούς για να σταθεί όρθιο.

Χρειάζεται δημόσια χρηματοδότηση, διαφάνεια και σεβασμό στο δικαίωμα κάθε παιδιού σε ποιοτική εκπαίδευση.

ΠΠΠ