Στέκεται καθιστός κοντά μου. Σε απόσταση τέτοια που να φτάνω να τον χαϊδέψω. Αν δεν το κάνω, γυρνάει και με κοιτάει.
«Λουφάρεις, το ξέρεις, έτσι;»
Μέχρι να ακουστεί κάποιος ήχος απέξω. Σφαίρα στο μπαλκόνι να δει τι γίνεται, να χαιρετήσει άλλα σκυλιά που περνούν με τ’ αφεντικά τους.
Για κάποιον λόγο τον ερεθίζουν τα μηχανάκια των ντελιβεράδων και των courier. Και βέβαια το θυροτηλέφωνο. Αυτό της εξώπορτας στο ισόγειο. Σηκώνει τον τόπο.
Μήπως είναι η συχνότητα του ήχου που κάνει ο κινητήρας τους; σκέφτηκα.
Μπα! Μάλλον όχι, γιατί το ίδιο αρπάζεται κι όταν έρχονται από σούπερ μάρκετ να παραδώσουν μια παραγγελία με το αυτοκίνητο.
Το σίγουρο πάντως είναι ότι τους αναγνωρίζει εντοπίζοντας την κίνηση από το μπαλκόνι. Αλλά κι από μέσα από το σπίτι. Κι ας μην τους βλέπει. Φτάνει μάλλον μόνο που τους ακούει ή τους μυρίζει. Ακόμη κι όταν εμείς ούτε ακούμε ούτε βλέπουμε τίποτε. Θα μου πεις κι αυτό υπό συνθήκες θα μπορούσε να είναι και καλό. Μια ειδοποίηση ότι κάτι πρόκειται να γίνει.
Κι έχει μια βροντερή φωνή…
Εμφανίζεται ο άνθρωπος στα μαύρα. Το προστατευτικό μπουφάν, τα γάντια με τα κομμένα δάχτυλα. Τα παιδιά με τα μαύρα. Τι παιδιά δηλαδή… κάποιοι, πάει καιρός που υπήρξαν παιδιά. Είναι κανονικοί ενήλικες, με …εμπειρίες, απ’ όσα φαίνονται χαραγμένα ανάγλυφα στο πρόσωπό τους.
Λέω ώρες ώρες «άδικη που είναι η ζωή». Να είσαι όλη τη μέρα στο μηχανάκι.
Να τρέχεις σαν παλαβός να προλάβεις να παραδώσεις τις παραγγελίες στην ώρα τους.
Να επιστρέψεις με τα «χίλια», για να προλάβεις και τις επόμενες.
Να πας κι εκεί όσο γίνεται νωρίτερα.
Θυμάμαι καλά αυτό το τρέξιμο, την αγωνία του χρόνου.
Το έχω κάνει κι εγώ για να επιβιώσω σε άλλη φάση της ζωής μου.
Αυτή η ανάμνηση δεν ξεθωριάζει. Αντίθετα, μου ξεφυτρώνει κάποια ενοχή τώρα, εδώ που στέκομαι στην πόρτα μες στη ζεστασιά του σπιτιού μου.
Γιατί αλίμονο να παραδώσεις, ας πούμε, πίτσες και να μην είναι ζεστές. Θα πάρουν τηλέφωνο και θα «γράψει» το παράπονο κανονικά. Ό,τι ώρα και να ’ναι. Ό,τι καιρός. Ας ρίχνει έξω καρέκλες.
Ποιος ξέρει πως παραλίγο να χάσεις τον έλεγχο πριν; Και ποιος ασχολείται δηλαδή…
Και ότι μπορεί παρά τρίχα να κόντεψες να βγεις απ’ τη στροφή, έτσι που πήγαινες πατητός.
Και μέσα σ’ όλα αυτά να έχεις και τον καθέναν να σου γαυγίζει το σκυλί του και να μην το μαζεύει.
«Γεια. Τι γίνεται; Πώς πάει;» του κάνω. Λίγο μαγκωμένος κάθε φορά. Με κοιτάζει και κάτι βλέπω πως μου λέει αλλά δεν ακούω. Ο Prince έχει πάρει ανάποδες και βάζει όλη του τη δύναμη.
«Μην ανησυχείς, φίλε μου, δε δαγκώνει» λέω, με μια σιγουριά που δεν ξέρω και πού τη βασίζω δηλαδή.
«Και πού το ξέρω εγώ; Κι αν κάτι δεν του αρέσει πάνω μου;» μου απαντάει με το δίκιο του το παλικάρι.
«Καλά καλά, μη φοβάσαι» του λέω «εδώ είμαι εγώ, δε θα σου κάνει τίποτε. Να κοίτα, τον βγάζω στο μπαλκόνι». Με το που ακούει το «Έλα Prince, πάμε έξω» έχει μάθει και το κάνει χωρίς δεύτερη κουβέντα. Μετά από τόσες φορές που έχει επαναληφθεί το σκηνικό, συχνά πηγαίνει μόνος του κατευθείαν προς την πόρτα του μπαλκονιού. Φωνασκώντας. Αλλά βέβαια ούτε κι έξω τα παρατάει. Συνεχίζει πίσω από το τζάμι της μπαλκονόπορτας να διαμαρτύρεται για τον ενοχλητικό εισβολέα.
«Τι γίνεται; Πώς πάει; Τρέχετε όπως και στην πανδημία ή παραπάνω;» λέω στο παιδί με τα μαύρα για να πάω αλλού την κουβέντα, σε κάτι πιο προσωπικό. Να δείξω λίγο ενδιαφέρον.
Ευτυχώς που υπήρχαν κι αυτοί. Που κινούσαν ό,τι μπορεί να μεταφερθεί τις μέρες της ακινησίας. Αυτά που ψωνίζει ο κόσμος από το ίντερνετ δεν έρχονται στην πόρτα μας μαγικά. Μ’ αυτούς τους κασκαντέρ έρχονται.
«Τρέχαμε πάντα μωρέ, αλλά τώρα είμαστε συνέχεια στην πίεση» απαντάει. «Πριν ήμασταν αόρατοι. Με την πανδημία φάνηκε λίγο περισσότερο αυτό που κάνουμε. Γίναμε λίγο λιγότερο αόρατοι». Βιάζεται να τελειώσει και να φύγει.
«Έτσι όπως το λες πάντως, εγώ για καλό το ακούω, πα’ να πει έχετε δουλειά» συνεχίζω.
«Ναι σίγουρα, εγώ έχω. Για κάποιους είναι καλό» μου λέει ένας τις προάλλες, δυο μέτρα άντρας, ο Στάθης.
«Όμως πριν τον covid στο μαγαζί ήμασταν τριάντα άτομα, μέσα κι έξω. Ξέρεις, κουζίνα, σερβιτόροι και delivery. Στον covid μείναμε οκτώ. Τους άλλους τους έδιωξε. Περίμεναν το 800άρι. Άστα, δεν είναι όλα για να χαιρόμαστε. Τέλος πάντων. Χαιρετώ».
«Τουλάχιστον όσοι συνεχίζετε τη δουλειά, βγάζετε κάποια λεφτά παραπάνω, μπαίνει και το ένσημο» συνεχίζω εγώ με το ζόρι την κουβέντα.
«Ε, καλά μην παίρνεις και όρκο» σχολιάζει κι έχει γυρίσει προς την πόρτα του ασανσέρ.
«Τέλος πάντων. Τι να σου λέω τώρα. Όλα καλά». Κι ανοίγει την πόρτα να μπει μέσα.
«Τι καλά; Τι εννοείς; Δεν είναι έτσι;»
«Ακούστε, κύριε, άμα είσαι πιτσιρικάς και δεν έχεις να σκεφτείς και πολλά, μπορεί να είναι και καλά. Έχει και κανένα έξτρα. Αλλά άμα έχεις κι άλλα στο κεφάλι σου, παιδιά, νοίκια και τέτοια, δε λέει. Κι εγώ αν είχα άλλες επιλογές, σ’ αυτή τη δουλειά θα ήμουνα; Ποιος θέλει να παίζει τη ζωή του κορώνα γράμματα στον δρόμο κάθε μέρα; Αλλά για τώρα αυτό έχω. Από λεφτά, το βασικό που λέει ο νόμος, γιατί λέει “βγάζετε από τα έξτρα”. Δουλεύω οχτάωρο, αλλά μου βάζει μισό ένσημο. Κι άμα πεις και κάτι, σου λέει, “εδώ φιλαράκο έτσι είναι τα πράγματα. Δε βγαίνω αλλιώς. Αν δε σ’ αρέσει, δες τι θα κάνεις”.
Κι εγώ σου λέω σιγά που δε βγαίνει, σκέφτομαι. Από τη στιγμή που κάνει τη δουλειά του έτσι, δεν καίγεται… Ούτε ο πρώτος είναι, ούτε ο τελευταίος. Μήπως τον κυνηγάει και κανένας;
Κοντοστέκεται. Με κοιτάζει και ξανακοιτάζει.
«Δίκιο έχεις, φίλε» του λέω και τον κοιτάω στα μάτια. «Και το ξέρω. Αυτό που περιγράφεις, το ξέρω γιατί το ’χω κάνει κι εγώ για κάποια χρόνια και το έχω ζήσει στο πετσί μου. Να ζήσουμε θέλουμε όλοι, αλλά αυτή η δουλειά δεν είναι λύση, είναι αδιέξοδο. Μπορεί να μην είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα κι εγώ αυτή την ώρα να βρίσκομαι εδώ και να σου ανοίγω την πόρτα, αλλά ποτέ δεν ξέρεις πώς αλλάζουν τα πράγματα.»
«Άρα με νιώθεις» συνεχίζει εκείνος. «Κι έχεις από την άλλη και τον πελάτη που όλο κάτι θέλει. Και δεν καταλαβαίνει από μέρα ή από νύχτα. Από βροχή ή από κρύο. Όταν ο άλλος είναι μέσα στο σαλόνι τού σπιτιού του τίποτα δεν καταλαβαίνει. Κι αν πάθεις κάτι στον δρόμο, πρόβλημά σου και τα έξοδα δικά σου. Μη σου κάτσει η στραβή. Γι’ αυτό λέω. Αφήστε τα, δεν είναι όλα για να χαιρόμαστε. Τέλος πάντων. Τι να λέμε τώρα. Χαιρετώ. Να είστε καλά» μου κάνει και ανοίγει ξανά την πόρτα του ασανσέρ για να φύγει.
«Καλή δύναμη» του φωνάζω και κλείνω πίσω του την πόρτα.
Ήθελα να ’ξερα λέω από μέσα μου αυτός ο πελάτης είχε δίκιο από πάντα; Από καταβολής εμπορίου;
Ο Prince με βλέπει που έχω κλείσει την εξώπορτα, συνεχίζει όμως την καθιστική του διαμαρτυρία. Έξω από την μπαλκονόπορτα. Πάω προς το μέρος του. Σταματάει μαχαίρι το γάβγισμα.
Ανοίγω την πόρτα, μπαίνει μιξοκλαίγοντας σιγανά και μετά πάλι μισογρυλλίζοντας.
Μπαίνει αμέσως κάτω από το χαμηλό τραπέζι μπροστά στον καναπέ.
Κάθομαι. Βγαίνει κατευθείαν από κάτω από το τραπέζι κι έρχεται κοντά μου. Στήνεται. Περιμένει. Γυρνάει και με κοιτάει.
«Α ρε μούργο. Ο κόσμος έχει προβλήματα. Και δεν μπορούμε να τα λύσουμε μονομιάς. Όχι μόνοι μας. Τουλάχιστον να κάνουμε αυτό που μπορούμε, όσο μας περνάει από το χέρι. Γιατί τίποτα δεν είναι για πάντα. Και ποτέ δεν ξέρεις για πότε σου έρχονται τα πάνω κάτω».
Του χάιδεψα το κεφάλι και το παχύ τρίχωμα στην πλάτη.
Σταμάτησα. Τον κοίταξα ξανά.
Άδικη που είναι η ζωή…
Κώστας Αποστολίδης