Μια θάλασσα πλατιά, μια θάλασσα ζεστή απλώνεται μπροστά της. Αύγουστος, κατακαλόκαιρο, κρατιέται από το κάγκελο να μην την πάρει ο αέρας. Πώς το λέει το τραγουδάκι; Βγήκα σε θάλασσα πλατιά / και τραγουδώ στην κουπαστή σ’ όλο τον κόσμο ν’ ακουστεί.
Το πρωί σηκώθηκε νωρίς, όπως κάθε μέρα τώρα πια. Έβγαλε το νυχτικό της και φόρεσε κάτι ελαφρύ. Ο καφές φούσκωσε στο μπρίκι, τον ήπιε στη βεράντα, το αεράκι ήταν ακόμη δροσερό. Μάζεψε μετά το σπίτι, κάτι λίγα εδώ κι εκεί. Έστρωσε το κρεβάτι, πότισε τις γλάστρες, σκούπισε τα ξερά φύλλα, τίναξε τα μπλε χαλάκια του μπαλκονιού. Προχώρησε η μέρα. Έβαλε τα δυο πραματάκια στο σακίδιό της και ξεκίνησε.
Ζεστός ο αέρας της χτυπάει το πρόσωπο, δεν αστειεύεται. Εκείνη όμως στέκεται εκεί, πιασμένη γερά από την κουπαστή, κοιτάζει και θαμπώνεται. Πόσο ψηλά πετάνε τα πουλιά και σιγά σιγά χαμηλώνουν το ύψος τους, τεντώνουν προς τα πίσω τα μικρά τους φτερά, τις μυτερές ουρές τους. Πώς το ’λεγε στα παιδιά της στο σχολείο; «Από πάνω σαν τηγάνι, από κάτω σαν βάμβακι και από πίσω σαν ψαλίδι; Τι είναι;» Το χελιδόνι! φώναζαν όλα μαζί. Τι χαρά που έκαναν! Κι εδώ τι χαρά να τα βλέπει λίγο πριν την αποδημία τους. Κι εκείνο το μεγάλο πουλί που ζυγιάζεται, τι να ’ναι άραγε; Τα πεταλουδίσια στροβιλίσματα, κι αυτά μια αγαλλίαση· χρωματιστές κλωθογυρίζουν η μία την άλλη, κορτάρουν. Κορτάρουν; Τη λένε άραγε πια αυτή τη λέξη; Τόσα χρόνια, έχουν χαθεί πολλά.
Πέρα μακριά, λαμπυρίσματα, ακινησία απόλυτη. Ο αέρας της ανακατεύει τα μαλλιά, της παίρνει το κεφάλι, όμως μπροστά της απλώνεται ήρεμη η θάλασσα. Ευτυχώς.
Ακούγονται οι φωνές των άλλων από τον ασύρματο. Νέα παιδιά μαζί με μεγαλύτερους. Της αρέσει να τους βλέπει να νοιάζονται, να θέλουν να προλάβουν, κι όταν δεν τα καταφέρνουν να τρέχουν για να σώσουν ό,τι μπορεί να σωθεί. Να βοηθήσουν. Πώς το ’χε πει κείνος ο ψυχολόγος; «Είμαστε σαν νησιά στο πέλαγος, χωριστά στην επιφάνεια, αλλά στο βάθος συνδεδεμένοι». Κι ο τρελός της, ο Βαν Γκογκ, κι εκείνος το είχε ζωγραφίσει ωραία: «Η καρδιά του ανθρώπου είναι σαν τη θάλασσα, έχει τις καταιγίδες της, το πήγαινε και το έλα της, έχει και τα μαργαριτάρια της». Θα ’θελε να ξανακάνει ένα ταξίδι να δει τους πίνακές του, τη δαρμένη ψυχή του, που κανείς δεν έβλεπε την ομορφιά της. Θα προλάβει να το κάνει;
Είναι ώρα να τα μαζεύει. Βλέπει ήδη τον επόμενο ν’ ανηφορίζει το μονοπάτι. Σε λίγο θα ’χει πιαστεί από την κουπαστή της απότομης σκάλας και θα βρίσκεται κοντά της. Ανακοίνωση στον ασύρματο: «Κέντρο από πυροφυλάκιο Προφήτη Ηλία, λήξη βάρδιας».
Κατηφορίζει αργά το μονοπάτι. Φοβάται μην πέσει. Δεν θέλει ούτε να πονέσει ούτε να βάλει τους άλλους σε μπελάδες. Έχει και τον εγωισμό της, βρε αδερφέ. Δεν θα της άρεσε να επιβεβαιωθούν οι φόβοι των παιδιών της: «Είσαι συ για τέτοια πράγματα; Σ’ αυτή την ηλικία! Άσε για τους νέους τον εθελοντισμό!». Ναι, σ’ αυτή την ηλικία μπορεί και κάνει ακόμα όσα την ευχαριστούν. Είναι εθελόντρια και το λέει με περηφάνια. Πόσα πια της επιτρέπουν αυτή την πολυτέλεια;
Καθώς απομακρύνεται, έχοντας αφήσει πίσω της τη θάλασσα από κεραμίδια, ηλιακούς και φωτοβολταϊκά, ήρεμη που τίποτα κακό δεν συνέβη, κι άλλο τραγούδι – τούτο κι αν δεν είναι της ηλικίας της, κι όμως πόσο της αρέσει!
Αυτός ο ήλιος που τεμπέλιαζε όλη μέρα
έχει χωρίς καν να το ξέρεις ζωγραφίσει
τα σύννεφα που ταξιδεύουν προς τη δύση
κάτι κοράκια που διασχίζουν τον αέρα
Κι όσα δεν πρόλαβε η μέρα να αποδείξει
έρχεται η νύχτα με σκιές να μου τα δείξει
έτσι όπως χάνεται το φως στη δύση πέρα
Β.Κ.